διακόνημα

διᾱκόνημα , διακόνημα
servants' business
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διακόνημα — το послушание …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διακόνημα — το (AM διακόνημα) [διακονώ] 1. υπηρεσία που προσφέρει ένας κατώτερος προς έναν ανώτερο ή ένας νεώτερος σε έναν μεγαλύτερο μσν. νεοελλ. υπηρεσία που εκτελεί καλόγηρος για ορισμένο χρονικό διάστημα αρχ. 1. υπηρεσία υποδεέστερης σημασίας 2. ιερατικό …   Dictionary of Greek

  • διακόνημα — το υπηρεσία που προσφέρεται από κατώτερο σε ανώτερο, κυρίως στους μοναχούς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • δεκανός — δεκανός, ο (AM) μσν. 1. κατώτερος υπάλληλος τής βυζαντινής αυλής με δεκανίκι ως σύμβολο τού λειτουργήματός του 2. εκκλησιαστικό διακόνημα αρχ. 1. υπαξιωματικός επικεφαλής δέκα στρατιωτών 2. αξιωματούχος τής αστυνομίας στην Αίγυπτο 3. δεκανοί, οι… …   Dictionary of Greek

  • θεωρός — Το μέλος της επίσημης αποστολής αντιπροσώπων μιας αρχαίας ελληνικής πόλης σε μεγάλες γιορτές, μαντείες και ιερούς αγώνες. Βλ. λ. θεωρία. * * * ο (ΑΜ θεωρός και δωρ. τ. θεαρός και θεσσ. τ. θεουρός και θευρός) 1. θεατής, παρατηρητής 2.… …   Dictionary of Greek

  • νεωκόρος — ο, η (ΑΜ νεωκόρος, Α δωρ. τ. ναοκόρος, και συνηρ. τ. νακόρος και ναυκόρος και νειοκόρος και ποιητ. τ. νηοκόρος) (γενικά) φύλακας και επιστάτης τού ναού ο οποίος κατά την αρχαιότητα λογιζόταν πρόσωπο ιερό και άξιο τιμής νεοελλ. (ειδικά)… …   Dictionary of Greek

  • ταξιάρχης — Oνομασία 4 οικισμών. 1. Πεδινός οικισμός (υψόμ. 100 μ.), στην πρώην επαρχία Ιστιαίας, του νομού Ευβοίας. Βρίσκεται στα NΔ της Ιστιαίας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (14 τ. χλμ.). 2. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ.), στην πρώην επαρχία Τριχωνίδας …   Dictionary of Greek

  • ωριάρης — και ωρειάρης, ο, Ν [ὡρεῑον] εκκλ. αγιορείτικο διακόνημα, ο φροντιστής σιταποθήκης …   Dictionary of Greek

  • διακονημάτων — διᾱκονημάτων , διακόνημα servants business neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακονήμασι — διᾱκονήμασι , διακόνημα servants business neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.